Archive for the ‘book’ Category

Αννα Καριενινα

June 1, 2007

Ποτέ ίσαμε τώρα, το απαράδεχτο της κατάστασης κείνης στα μάτια του κόσμου, το μίσος της γυναίκας του εναντίον του και γενικά η παντοδυναμία της βάναυσης και μυστηριώδους δύναμης, που, αντίθετα προς την ψυχική του διάθεση, κατεύθυνε τη ζωή του κι απαιτούσε την εκτέλεση της θέλησής της και την αλλαγή της στάσης του απέναντι στη γυναίκα του, δεν πρόβαλε μπροστά του τόσο ολοφάνερα, όσο σήμερα.

Έβλεπε καθαρά ότι όλος ο κόσμος, και η γυναίκα του, κάτι απαιτούσαν απ’ αυτόν, μα τι ακριβώς, δεν μπορούσε να το καταλάβει. Αισθανόταν πως εξαιτίας όλων αυτών, στην ψυχή του μέσα πρόβαλλε το συναίσθημα της κακίας, που τάραζε την ηρεμία του κι όλη την ικανοποίηση για το μέχρι τώρα φέρσιμό του.

Ο ίδιος θεωρούσε πως για την Άννα θα ‘ταν καλύτερα να διακόψει τις σχέσεις της με τον Βρόνσκη, μα, αφού όλοι οι άλλοι το ‘βρισκαν αυτό αδύνατο, ήταν πρόθυμος ακόμα και να επιτρέψει την επανάληψή τους, φτάνει μονάχα να μη ρεζιλεύονταν τα παιδιά, να μην τα στερηθεί και να μην άλλαζε η κατάστασή του.

Όσο κακό κι αν ήταν αυτό, πάλι ήταν καλύτερο από μια οριστική διάλυση, που τη μεν Άννα θα την έφερνε σε μια κατάσταση αδιέξοδη, ντροπιαστική, απ’ αυτόν δε, θα στερούσε όλα κείνα που αγαπούσε.

Όμως, αισθανόταν ανίσχυρο τον εαυτό του. Ήξερε προκαταβολικά ότι όλοι ήταν εναντίον του κι ότι θα τον παρεμπόδιζαν μ ‘όλα τα μέσα στο να κάνει κείνο που του φαινόταν τώρα τόσο φυσικό και καλό και θα τον ανάγκαζαν να κάνει κείνο που ήταν κακό, μα που αυτοί το θεωρούσαν πρέπον.

Histories

May 23, 2007

It has often been remarked that making sense of one’s life as a story is also, like orientation to the good, not an optional extra; that our lives exist also in this space of questions, which only a coherent narrative can answer. In order to have a sense of who we are, we have to have a notion of how we have become, and of where we are going

Charles Taylor: Sources of the Self

Αυτό που μας απασχολεί, δεν είναι ο αριθμητικά υπολογίσιμος χρόνος, αλλά μάλλον η άρση του μέσα στο μυστικό της αντατάστασης της παράδοσης με την προφητεία, που δίνει στη λέξη “κάποτε” μια διττή σημασία:

Άλλοτε (στο παρελθόν) και κάποτε (στο μέλλον), φορτίζοντάς την με ένα δυνητικό παρόν.

Εκεί έχει τις ρίζες της η ιδέα της μετενσάρκωσης. Οι βασιλιάδες της βαβυλώνας και των δύο Αιγύπτων, εκείνος ο σγουρογένης Κουριγαλζού και ο Ώρος στο παλάτι των Θηβών, που ονομαζόταν “ο Αμμών είναι ευχαριστημένος”, όπως όλοι οι προκάτοχοι και διάδοχοί τους, ήταν ενσαρκώσεις του θεού του ήλιου – δηλαδή ο μύθος μετατράπηκε στο πρόσωπό τους σε μυστήριο, ενώ δεν υπήρχαν περιθώρια διάκρισης ανάμεσα στο είναι και το σημαίνειν.

Οι εποχές στις οποίες μπορούσε κανείς να ερίζει πάνω στο ερώτημα αν ο αγιασμένος άρτος, το πρόσφορο, “είναι” ή απλώς “σημαίνει” το σώμα του θύματος έμελλαν να έλθουν μόνο τρεις χιλιετίες αργότερα.

Αλλά και αυτές οι εντελώς περιττές συζητήσεις δεν κατάφεραν να αλλάξουν διόλου το γεγονός ότι η ουσία του μυστικού είναι και παραμένει το άχρονο παρόν.

Αυτό είναι το νόημα της τελετής, της γιορτής. Κάθε φορά τα Χριστούγεννα γεννιέται στη γη το βρέφος που σώζει τον κόσμο, προορισμένο να υποφέρει, να πεθάνει και να αναληφθεί. Και όταν ο Ιωσήφ {γιός του Ιακώβ σ.σ. Γιάννης}, στα μέσα του καλοκαιριού, στη Συχέμ ή στη Βηθ0-Λαχαμά, παρευρισκόταν στη “γιορτή του θρήνου των γυναικών”, στη “γιορτή των αναμμένων λυχνιών”, στη γιορτή του Θαμμούζ, όπου βίωνε με κάθε λεπτομέρια τον θάνατο με τη δολοφονία του αγνοούμενου γιού”, του νεαρού θεού, του Όσιρι-Αδωνάι, και την ανάστασή του μέσα σε λυγμούς από φλογέρες και κραυγές χαράς, τότε επικρατούσε ακριβώς εκείνη η άρση του χρόνου μέσα στο μυστικό, η οποία μας αφορά, επειδή απομακρύνει κάθε λογική απρέπεια από μια σκέψη που σε κάθε μάστιγα λειψυδρίας αναγνώριζε απλώς τον Κατακλυσμό.

Τόμας Μαν: Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού (μετ. Λ. Αναγνώστου)

ΧΟΗΦΟΡΟΙ

March 15, 2007

Από την τραγωδία “Χοηφόροι” του Αισχύλου

Ο χορός των αιχμαλωτισμένων τρωαδιτισσών μιλάει για τον σκοπό της εξόδου του από το παλάτι, που είναι να προσφέρει “χοές” στον τάφο του Αγαμέμνονα σταλμένος από την Κλυταιμνήστρα, για να διώξει τα κακά προμαντέματα που όνειρα της νύχτας της είχαν προκαλέσει

 

 

 

 

Τοιάνδε χάριν αχάριτον απότροπον κακών,

Ιώ γαία μαία,

Μωμένα μ’ιάλλει

Δύσθεος γυνά. Φοβούμαι

Δ’έπος τόδ’εκβαλείν.

Τι γαρ λύτρον πεσόντος αίματος πέδοι;

 

 

Ιώ πάνοιζυς εστία,

Ιώ κατασκαφαί δόμων.

Ανήλιοι βροτοστυγείς

Δνόφοι καλύπτουσι δόλους

Δεσποτών θανάτοισι.

 

 

Σέβας δ’άμαχον αδάματον απόλεμον το πριν

δι’ώτων φρενός τε

δαμίας περαίνον

νυν αφίσταται. Φοβεί

ται δε τις. Το δ’ ευτυχείν,

τοδ’ εν βροτοίς θεός τε και θεού πλέ

 

Τέτοια χάρη άχαρη ζητώντας, γιανα διώξει τα κακά,

αχ, μάνα γή,

με στέλνει εδώ

η αθεόφοβη γυναίκα. Και φοβάμαι

να πω αυτό το λόγο.

Γιατί ποιά εξαγορά μπορεί να έχει αίμα που κάτω χύθηκε;

Αλίμονο, εστία δύστυχη ολότελα,

αλίμονο, ξεθεμέλιωμα σπιτιών!

Ανήλια ανθρωπομίσητα

σκοτάδια σκεπάζουν τα παλάτια

των αφεντών με τους θανάτους.

Ο παλιός σεβασμός o ανίκητος, ο αδάμαστος, ο απολέμητος,

που τα αυτιά και τη σκέψη του λαού γέμιζε,

τώρα έχει χαθεί. Καθένας πια

φοβάται. Κι η ευτυχία,

αυτό στους θνητούς είναι θεός και πιο πολύ από θεό.

Η μετάφραση είναι του Θεόδωρου Μαυρόπουλου

Εκδόσεις ΖΗΤΡΟΣ . Ένθετο της εφημερίδας Το Βήμα

Λοιπόν, αυτό το κομμάτι το έβαλα για την απίστευτη γλώσσα και τις εικόνες που δημιουργεί,

Ανήλια ανθρωπομίσητα

σκοτάδια σκεπάζουν τα παλάτια

των αφεντών με τους θανάτους

και όχι για την θέση που δίνει στον σεβασμό σε σχέση με την ευτυχία.  Αν κάτι θεωρείται σήμερα ακόμη περισσότερο από τότε σημαντικό, αυτό είναι η ευτυχία του ανθρώπου.  Με την έννοια ότι δεν μπορούμε να σκεφτούμε τους εαυτούς μας ολοκληρωμένους πνευματικά, ψυχολογικά (ή οπωςδήποτε αλλιώς) αν δεν είμαστε ευτυχισμένοι.   Ειδικά στο χριστιανικό μας παρελθόν έμοιαζε να μην έχει σημασία η εδώ ευτυχία μας μιας και μετά ακολουθούσε η “ζωή”.

Ανήκουμε σε μια κοινωνία κατά του πόνου, κατά της δυστυχίας.

Την περιφρόνηση προς την ευτυχία (στο κείμενο πάνω) την καταλαβαίνω ως περιφρόνηση της επιπόλαιης και πρόσκαιρης ευτυχίας σε αντιπαράθεση με την βαθιά βιωμένη και συνεχή ευτυχία του ελεύθερου ανθρώπου που με συνειδητή ζωή και κόπο φέρνει το κείθε……… εδώ.

abc (actually not even a) of autonomy

March 6, 2007

Man makes history, Marx famously averred, but under circumstances and conditions not of his own choosing.

That’s a natural gloss to place upon the stricture that our autonomy is always only partial. Yet from the perspective that sees us as the product of history, society, culture – and, a fortiori, from the grandly scientific perspective that sees us enmeshed in causal chains that stretch from starfish to the stars – what really remains of autonomy?

You, the putatively autonomous individual, are confined to the options that are available to you; and those options themselves represent substantial fixities, a nexus of institutions and practices you did not create yourself.

If your values represent what you desire to desire (in David K. Lewis’s elegant formulation), what you desire to desire may not be up to you, in the sense that your “will” is the product of forces external to it.

Even sticking to the social realm, we know that, for example, the phenomenon that Jon Elster taught us to call “adaptive preference formation” tends to align what people want with what they can get – to conform their desires to their options. And your choices are further limited by your capacities. And those capacities are bequeathed by your natural endowments and your training, neither of which you chose.

από το βιβλίο του Kwame Anthony Appiah THE ETHICS OF IDENTITY